Γ. Κουρής: Η πρό (σ) κληση της μεταρρύθμισης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση

Επτά χρόνια, μετά την τελευταία ολοκληρωμένη θεσμική προσπάθεια μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ν. 3852/2010 – Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης), η λειτουργία στο χώρο της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης κρίνεται ως εξαιρετικά οριακή, σε βαθμό τέτοιο που πλέον καθίσταται απολύτως επιτακτική η οργανωτική, επιχειρησιακή και πολιτική αναδιάταξη του δημοτικού συστήματος.

Οι «πληγές» που μετράει η Τοπική Αυτοδιοίκηση α’ βαθμού από την  κρίση και τις παράπλευρες συνέπειες της (οικονομική ύφεση, κοινωνική ανέχεια, αύξηση ανεργίας, προσφυγικό κλπ) –είναι πολλές και ανοιχτές και δύσκολα μπορούν να “επουλωθούν” χωρίς την αναγκαία θεσμική παρέμβαση και θωράκιση της Πολιτείας, η οποία μέχρι σήμερα αρκείται σε διαπιστώσεις, αδυνατώντας επί της ουσίας, να δρομολογήσει ουσιαστικές λύσεις στα πολλά και χρονίζοντα προβλήματα των ΟΤΑ. Προβλήματα και δυσλειτουργίες που συνεχώς εντείνονται και τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν στους Δήμους της χώρας μια κατάσταση επιχειρησιακής και οικονομικής ασφυξίας, γραφειοκρατικής (δυσ)λειτουργίας και διοικητικού τέλματος, με ότι αυτό συνεπάγεται για την αποτελεσματική εξυπηρέτηση των πολιτών και την εκπλήρωση του πολυεπίπεδου ρόλου των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ.

Η δε συζήτηση που γίνεται τους τελευταίους μήνες για την μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, έχει μονότονα (και αναίτια) επικεντρωθεί γύρω από το ζήτημα της αλλαγής επί το αναλογικότερο του εκλογικού συστήματος στις Αυτοδιοικητικές εκλογές, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα μείζονα ζητήματα τα οποία – έχουν πολλάκις επισημανθεί από τα θεσμικά όργανα της Αυτοδιοίκησης και που – συνδέονται με την οργανωτική ενδυνάμωση του συστήματος, τη δημιουργία συνθηκών βιώσιμης ανάπτυξη και τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής σε τοπικό επίπεδο.

Θέματα όπως η διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων, η οργανωτική ανασυγκρότηση των δημοτικών υπηρεσιών, η απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών και η πάταξη της γραφειοκρατίας, η καθιέρωση διαδικασιών αξιολόγησης της ποιότητας και αποτελεσματικότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, η ενίσχυση της ικανότητας αξιοποίησης/προσέλκυσης ευρωπαϊκών και εθνικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων και πόρων,  η ανάπτυξη διαδημοτικών συνεργασιών, η ενδοδημοτική αποκέντρωση, η προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, η επανεξέταση του θεσμικού πλαισίου εποπτείας των ΟΤΑ, η διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα και τα εθελοντικά κινήματα και βεβαίως και το εκλογικό σύστημα στην Αυτοδιοίκηση, μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν μέρος ενός συνολικού και συνεκτικού στρατηγικού μακροπρόθεσμου σχεδίου της Κυβέρνησης για την ανασύσταση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με όρους βιωσιμότητας και προοπτικής.

Οι επιμέρους και αποσπασματικές προτάσεις και εξαγγελίες, όπως αυτές βλέπουν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, πρέπει επιτέλους να ενοποιηθούν, να ομογενοποιηθούν και να αποκτήσουν συγκεκριμένο νόημα και περιεχόμενο υπό της μορφή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής επανεκκίνησης και επανα-οριοθέτησης του ρόλου και των λειτουργιών της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με ορίζοντα υλοποίησης το 2020.

Μια τέτοια μεταρρυθμιστική προσπάθεια θα πρέπει να απαντά – και να δίνει λύσεις – στις ενδημικές δυσλειτουργίες του υφιστάμενου δημοτικού συστήματος, με μέτρα και παρεμβάσεις θεσμικής, οργανωτικής και επιχειρησιακής αλλαγής, στρατηγικού και παραδειγματικού χαρακτήρα, οι οποίες θα αναδιατάσσουν πλήρως τη λειτουργία, τους πόρους, τις δυνάμεις και εν τέλει τις προτεραιότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, διαμορφώνοντας τις «γέφυρες» για την μετάβαση από την πόλη της κρίσης στην αυτοδύναμη, δημιουργική και συνεκτική πόλη.

Άλλος (πολιτικός) χρόνος για χάσιμο και για “παιχνίδια εντυπώσεων” δεν υπάρχει. Η πολιτική πρόταση του Υπουργείου Εσωτερικών για τη θεσμική μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης – αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα και μια πρόκληση για την Κυβέρνηση και ως τέτοια – οφείλει να παρουσιαστεί στο σύνολο της, με τρόπο πολύ σαφή και συγκεκριμένο, το συντομότερο δυνατόν και να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση με τους φορείς της αυτοδιοίκησης και τους πολίτες.

Από εκεί και πέρα, απαιτείται υπευθυνότητα και συνεννόηση από όλους τους εμπλεκόμενους θεσμικούς «παίκτες» του αυτοδιοικητικού συστήματος για την επίτευξη της αναγκαίας (και επιθυμητής) συναίνεσης για τις αλλαγές που θα προωθηθούν και κυρίως για την υλοποίηση τους, με σαφές χρονοδιάγραμμα, ιεραρχημένους στόχους (και προτεραιότητες) και διασφαλισμένους (υλικούς και άυλους) πόρους, στοιχεία που δίχως αυτά, η προσδοκώμενη μεταρρύθμιση δεν μπορεί να προχωρήσει.

Ο χρόνος άλλωστε που απομένει έως τις δημοτικές εκλογές του 2019 (;) μετράει πια αντίστροφα… για όλους!

Πηγή: Airetos.gr